«Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε «άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα». Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.» Χρόνης Μίσσιος

***

«Πιστεύω ότι ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη, συμπεριφορά. Η οικολογία ούτε φέρει ούτε εδραιώνει καμία εξουσία, αντίθετα την καθιστά άχρηστη. Είναι μια επανάσταση αυτογνωσίας, μια επανάσταση ανθρώπινης συνείδησης. Δεν είναι μια «πίστη» σε μια ιδεολογία αλλά μια καθημερινή πρακτική για να επανασυνδέσουμε τη λογική με τις αισθήσεις, να απελευθερώσουμε τη συμπαντική μας ιδιαιτερότητα. Να αναγνωρίσουμε τη διαφορετικότητα, την αυταξία και την αναγκαιότητα του συνόλου της ζωής… Είναι ένας δρόμος επαναπροσέγγισης του κόσμου που μας περιβάλλει, ένας δρόμος στην αναζήτηση της χαράς αντί της αγωνίας. Έχουμε ανάγκη να ξαναβρούμε την προσωπική μας αισθητική, τα προσωπικά μας μονοπάτια, του έρωτα, της αγάπης και της τρυφερότητας, το άρωμα του κόσμου και της ύπαρξής μας.” Χρόνης Μίσσιος

Ο Χρόνης Μίσσιος, συγγραφέας, αντιστασιακός, αγωνιστής της Aριστεράς και ίσως ο πρώτος ακτιβιστής στην Ελλάδα υπέρ της ολιστικής οικολογικής φιλοσοφίας, γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930, από γονείς καπνεργάτες, και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, η οικογένειά του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη και ο Μίσσιος δουλεύει μικροπωλητής, με κασελάκι, στο λιμάνι. Το σχολείο το σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού, λόγω οικονομικής ανέχειας. Λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν την πείνα της Κατοχής. Εντάσσεται στην Εθνική Αντίσταση. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και οργανώνεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε τον θάνατο χάρη σ’ένα τυχαίο γεγονός. Φυλακίζεται ως το 1953 και από το 1962 ζει εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Ένα μόνο “διάλειμμα” ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρίσκει στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Στη φυλακή (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού) πέρασε και το μεγαλύτερο διάστημα της απριλιανής δικτατορίας. Την περίοδο της καθείρξεώς του μάλιστα έμαθε ουσιαστικά ανάγνωση και γραφή. Μέχρι και τον Αύγουστο του 1973 που αποφυλακίζεται (αμνηστία του Παπαδόπουλου) περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος. Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε σε μεγάλη ηλικία. Το πρώτο του βιβλίο “Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς… (Γράμματα, 1985) τον καθιέρωσε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέα στη συνείδηση κριτικής και κοινού. Ήταν ένα αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο σε συνειρμική και λαϊκή γλώσσα που εντάσσεται στην παράδοση της απομνημονευματογραφίας[2], καθιερώθηκε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέας στη συνείδηση κριτικής και κοινού. Μετέτρεψε την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τόσο τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του όσο και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους. Η αμεσότητα του προφορικού του λόγου, που προδίδει μια γνήσια λαϊκή αφήγηση, όπως και η γεμάτη εκπλήξεις πλοκή του, θα επιτρέψουν στον Μίσσιο να υπερβεί το στενό πλαίσιο του αριστερού απομνημονεύματος και να φιλοτεχνήσει μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία με έντονα πολιτικό λόγο. Την ίδια ανταπόκριση βρήκε και το δεύτερο βιβλίο του “Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;” (Γράμματα, 1988). Στα επόμενα βιβλία του ο Μίσσιος θα διατηρήσει τη θερμότητα των αισθημάτων του, μεταδίδοντας το ανθρωπιστικό του μήνυμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο χωρίς καμία ιδεολογική διόπτρα: από το «Τα κεραμίδια στάζουν» (1991) μέχρι τα «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996) και «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001)[3]. Ο Μίσσιος υπήρξε εμπνευστής μιας λογοτεχνίας που παρά τον σκληρό κόσμο τον οποίο απεικονίζει, δεν χάνει ποτέ την αισιοδοξία και την πίστη της στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, ο οποίος είναι ικανός υπό συνθήκες ελευθερίας να ζήσει σε μια δημοκρατία που θα εγγυάται τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και την ευδαιμονία της κοινότητας.[4]. Συμετείχε σε ενέργειες προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ πραγματοποίησε και τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα την προστασία της ελληνικής πανίδας. “Κοσμοκαλόγερος”, σαν τους ήρωες ορισμένων από τα βιβλία του, ο Χρόνης Μίσσιος τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Καπανδρίτι, με την σύντροφό του Ρηνιώ και τα σκυλιά τους σε ένα αγροτόσπιτο. Άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας, στις 20 Νοεμβρίου 2012, ενώ «πάλεψε» με τον καρκίνο αρκετά χρόνια.[5] (Πηγές: ΕΚΕΒΙ, biblionet.gr, Βικιπαιδεια)

  • «Στη ζωή του Χρόνη Μίσσιου αποτυπώνεται με τον πιο εύγλωττο τρόπο ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της Αριστεράς της πατρίδα μας. Γιός καπνεργάτη, δεν μπόρεσε να τελειώσει το δημοτικό για οικονομικούς λόγους, εντάχθηκε στην Αντίσταση τα χρόνια της κατοχής, κυνηγήθηκε στην διάρκεια του εμφυλίου, ενώ φυλακίστηκε και κατά τη διάρκεια της Χούντας. Ο μοναδικός αυθεντικός λαϊκός και ανθρώπινος τρόπος γραφής του και το ανοιχτό του πνεύμα, τον έκαναν αγαπητό όχι μόνο στον κόσμο της Αριστεράς αλλά και ευρύτερα. Όσοι τον γνωρίσαμε από κοντά ή μέσα από τα βιβλία του, θα τον θυμόμαστε με συγκίνηση και θαυμασμό.»  left.gr

  1. Xρόνης Μίσσιος: H κοινωνία δείχνει να έχει πάθει εγκεφαλικό!

  2. Χρόνης Μίσσιος: Είναι επιτακτική η ανάγκη της συνεργασίας

(2009) Ο Χρόνης Μίσσιος διαβάζει Χρόνη Μίσσιο, Bond-us music [κείμενα, αφήγηση]
(2001) Ντομάτα με γεύση μπανάνας, Γράμματα
(1996) Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι, Γράμματα
(1991) Τα κεραμίδια στάζουν, Γράμματα
(1988) Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;, Γράμματα
(1985) Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, Γράμματα
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2009) Παλίμψηστο Καβάλας, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2001) Βόλος: Μια πόλη στη λογοτεχνία, Μεταίχμιο

Χρόνης Μίσσιος, Bond-us music, 2009 αφήγηση: Χρόνης Μίσσιος – μουσική σύνθεση: Βαγγέλης Μπόντας Οι συγκεκριμένες πρωτότυπες ηχογραφήσεις του Χρόνη Μίσσιου αποτελούν 17 ενότητες με τίτλους: Θέλω να σου μιλήσω για τα παλιά”, “Ήμασταν όλοι μελλοθάνατοι”, “Σαν κάναμε τους βράχους χαλίκι”, “Κάθε άνθρωπος μια ξεχωριστή ιστορία”, “Οίστρος της ζωής ο φόβος του θανάτου”, “Επιτέλους άνθρωπος”, “Η μεγαλύτερη απώλεια και μοναξιά”, “Κάθε πρωινό μια έκπληξη – κάθε νύχτα ένα μεγάλο μυστήριο”, “Η ηλιαχτίδα”, “Στην απομόνωση”, “Στο ηλιακό”, “Πώς φτώχυναν όλα”, “Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται”, “Η μοναδικότητα κάθε ανθρώπου”, “Το σύστημα του παραλόγου”, “Υποταγή της γλώσσας – υποταγή του ανθρώπου”, “Το αλάθητο μιας μαργαρίτας”.

  • Κριτικές – Παρουσιάσεις:

Γιώργος Βιδάλης, Το «άρωμα» του κόσμου, «Ελευθεροτυπία», 2.9.2009


Sabine Von Traute, Αναγνώσεις-ερμηνείες από προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, Περιοδικό «Index», τχ. 31, Μάιος 2009

Μικέλα Χαρτουλάρη, Στάση αριστερή, «Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 7.2.2009


Ντομάτα με γεύση μπανάνας

Χρόνης Μίσσιος, Γράμματα, 2001

Από την αρχή, λοιπόν, ο Μπίλη Τζο κατάλαβε ότι βρισκόταν μπροστά σε μια μεγάλη ανακάλυψη: ότι το δάκρυ της γαλάζιας πεταλούδας, σα ροζ μικρό μαργαριτάρι, που βρισκόταν σε μεγάλους σωρούς στις σκοτεινές σπηλιές της Αρκαδίας, κουβαλούσε μέσα του ισχυρότατες δυνάμεις και αντιστάσεις, όπως τη δύναμη του ίπτασθαι, του ερωτεύεσθαι, καθώς και την αντίσταση μέχρι θανάτου στη στέρηση της ερωτικής επιθυμίας. Βέβαια, αυτά τα συμπεράσματα, όπως και την ανακάλυψη του υλικού, για πρώτη φορά στην επιστημονική του καριέρα τα κράτησε για τον εαυτό του. Γιατί τον τελευταίο καιρό στην ψυχή και στο μυαλό του Μπίλη Τζο είχαν αρχίσει να γεννιούνται νέες σκέψεις και βαθιές αμφιβολίες για το επιστημονικό και «ανθρωπιστικό», όπως πίστευε μέχρι τότε, έργο του.

Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι

Χρόνης Μίσσιος, Γράμματα, 1996

Κριτικές – Παρουσιάσεις

Λένα Βλασταρά, Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι, http://www.captainbook.gr, Νοέμβριος 2010

Τα κεραμίδια στάζουν

Χρόνης Μίσσιος, Γράμματα, 1991

Τα κεραμίδια που στάζουν είναι η μόνιμη επωδός στις συζητήσεις των γυναικών του μαχαλά. Είναι όμως και ο συνδετικός κρίκος σε μια σειρά από διάπλοκες αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο, που υφαίνουν τη νοσταλγία του τότε και την απόγνωση του σήμερα, κοιτάζοντας πάντα ένα μέλλον που ίσως και να μην είναι τόσο ζοφερό. Γεμάτο τρυφερότητα, αισιοδοξία και χυμούς ζωής, το τρίτο βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου είναι ένας μονόλογος για πολλές φωνές -φωνές των ανθρώπων που, σε πείσμα των πάντων, στέκονται όρθιοι.

Χαμογέλα, ρε... τι σου ζητάνε;

Χρόνης Μίσσιος , Γράμματα, 1988

Το ξέρω πως έχουμε καιρό να τα πούμε. Όχι, δε σε ξέχασα. Πώς να ξεχάσω, μωρέ, μόνο εσύ μου απόμεινες… Αλίμονο, αν χάσουμε και τη μνήμη μας, πώς θα μπορέσουμε να ξαναονειρευτούμε;… Όχι, ούτε φοβάμαι μη μου κάνει «ψυχολογικό πορτρέτο» η ασφάλεια, άμα βρει τα χειρόγραφά μου σε καμιά έρευνα. Δεν είμαι πια στη φυλακή, κι απ’ ότι φαίνεται, θ’ αργήσουμε κάμποσο ακόμα να μπούμε… Μπα, γιατί άλλωστε η ασφάλεια ούτε παρεμπιπτόντως, που λένε, δεν ασχολείται πια με μας… […]

Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς

Χρόνης Μίσσιος, Γράμματα, 1985

«Και την ιστορία την πουτάνα έτσι τη γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές: οριζόντια, ισόπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ ‘αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων σε ένα μονάχα 24ωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία… Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακαταχτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για τη Ρηνιώ, για την Ελένη, για το μαστρο – Στέφανο… τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η ιστορία, τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση «εκατό χιλιάδες νεκροί» ή «βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια»» Χρόνης Μίσσιος, Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς…

137

Εκδόσεις Polaris Graphic Novel από το βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου

Δίχρωμο, σκληρό εξώφυλλο/ 19,5×26,5 εκ./ 188σελ./ Νοέμβριος 2013ISBN: 978-960-6829-44-4 –pdf presentation Παρουσίαση (pdf)*

1947. Mε το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η Ελλάδα τυλίγεται στο χάος του Εμφυλίου.Ο τότε δεκαεξάχρονος Χρόνης Μίσσιος συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον Δημοκρατικό Στρατό. Αποφυλακίζεται με την αμνηστία του 1973, αφού έχει περάσει 21 χρόνια σε φυλακές και εξορίες. Την περίοδο αυτή της ζωής του ο Μίσσιος τη διηγείται στο …καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, βιβλίο που δεν χρειάζεται συστάσεις, τόσο που έχει διαβαστεί από την έκδοσή του το 1985 μέχρι σήμερα. Καθηλωμένοι από τη ζωντάνια της γραφής, αλλά και από τη δύναμη των γεγονότων και των προσώπων, η Μυρτώ Ράις, ο Συλβαίν Ρικάρ και ο Ντανιέλ Καζανάβ αποφάσισαν να αποτολμήσουν τη διασκευή του βιβλίου σε εικονογραφημένο αφήγημα. Δεν κατάφερα να αλλάξω το σύστημα, όμως δεν θα επιτρέψω ούτε σε αυτό να με αλλάξει, έλεγε ο Χρόνης Μίσσιος. Τι ονομάζουμε «πράξη αντίστασης» σήμερα; Τι περιεχόμενο μπορεί να δώσει κανείς στη λέξη «στράτευση»; Ποια όπλα διαθέτει, για να εναντιωθεί σ’ ένα σύστημα που έχει καταντήσει την ελευθερία επιχείρημα μάρκετινγκ; Ποια πρότυπα να τον εμπνεύσουν μέσα σ’ αυτόν τον μετα-ιδεολογικό κόσμο, που μοιάζει να επιστρέφει στο πιο σκοτεινό του παρελθόν; Η μαρτυρία αυτή μας απαντά με τρόπο ξεκάθαρο και δυνατό. Ο Χρόνης Μίσσιος πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 2012 σε ηλικία 82 χρόνων, λίγο πριν την ολοκλήρωση αυτού του βιβλίου. Του είναι αφιερωμένο.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Βασίλης ΚαλαμάραςΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Όλγα Σελλά

Eιδήσεις, άρθρα, αναφορές:

Μια εμβληματική μορφή της Αριστεράς, άνθρωπος που έκανε σκληρή κριτική τόσο στον αριστερό χώρο και τις διασπάσεις του όσο και στην ίδια την κοινωνία. Εξορίες και φυλακές ήταν για πολλά χρόνια το «σπίτι του». Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1985 με το αυτοβιογραφικό βιβλίο «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» που «αγκαλιάστηκε» από το κοινό και την κριτική, αλλά δέχτηκε αυστηρή κριτική από τον χώρο της Αριστεράς. […]

Χρόνης Μίσσιος (12/2/12):
[…] Οι μόνοι που έσωσαν την αθωότητά τους ήταν αυτοί που σκοτώθηκαν νωρίς, πριν γίνουν εξουσία. Γιατί, σου λέω, ότι η εξουσία είναι το χειρότερο, είναι το τρομακτικότερο εφεύρημα του ανθρώπου!

Εγώ είμαι υπέρ της άμεσης δημοκρατίας, υπέρ των μικρών κοινοτήτων, και το μόνο που θα έλεγα σήμερα που η χώρα μας περνάει κρίση, θα ‘τανε, «πάρτε τα βουνά, ξαναγυρίστε στα χωριά σας, ξαναγυρίστε στη γη! Ξαναεποικήστε την Ελλάδα!» […]

Για πρώτη φορά, ίσως, στην ιστορία του κόσμου, είναι τόσο επιτακτική η ανάγκη της συνεργασίας των λαών σ’ ένα παγκόσμιο κίνημα, το οποίο θα φέρει την αλλαγή […] «δεν αρκεί, απλώς, να θέλουμε μια άλλη ζωή, πρέπει να την κατακτήσουμε! […] Περισσότερα: http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/xronis-missios-h-koinonia-deixnei-na-exei-pathei-egkefaliko

Ο συγγραφέας Χρόνης Μίσσιος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες ενώ το 1947 είχε καταδικαστεί σε θάνατο.

Σαν σήμερα πριν από δύο χρόνια έφυγε από τη ζωή ο αντιστασιακός, αγωνιστής της Αριστεράς και συγγραφέας Χρόνης Μίσσιος. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες ενώ το 1947 είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Ο συγγραφέας τού «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» και του «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;» παρέμεινε μέχρι την τελευταία του πνοή ένα ανυπότακτο πνεύμα που ονειρευόταν την κοινωνική δικαιοσύνη.

(Το κλίμα του κειμένου που ακολουθεί οφείλεται στην υποβλητική δύναμη του βιβλίου του Στέφανου Στεφάνου «Ενας απ’ τους πολλούς της ελληνικής Αριστεράς». Το περιστατικό ανάγεται στους πρώτους μήνες του 1945, στο Σουφλί, μετά τη Βάρκιζα και πριν ξεσπάσει ο εμφύλιος.

Διαβάζω, λοιπόν, πως το κόμμα είχε δώσει εντολή στους νέους να τραγουδήσουν επονίτικα τραγούδια το βράδυ στη βόλτα, για να τσεκάρει την αντίδραση του κόσμου…)

Το Σουφλί είναι η πατρίδα μου. Εζησα εκεί ώς τα δεκαοχτώ μου χρόνια. Ξέρω τα βράδια του, τις μυρουδιές του από εποχή σε εποχή, τη «βόλτα» τα Σαββατοκύριακα και τον εμφύλιο που σημάδεψε ανεξίτηλα τα παιδικά μου χρόνια. Τραγούδησαν, λοιπόν, τα παιδιά τον ύμνο της ΕΠΟΝ:

«Εμπρός επονίτες, αδέρφια και πάλι,

πάμε και γοργά προβάλλει η αυγή…»

Το μυαλό μου ξεγλίστρησε από το βιβλίο και τα γεγονότα που περιγράφει κι από τα βάθη της μνήμης αναδύεται, χωρίς ήχο, η συνέχεια του τραγουδιού:

«…Να δείξουμε πρέπει μ’ ατέλειωτη πάλη

πως θέλουμε “μείς μια λεύθερη ζωή…»

Και, δεν θέλει πολλά η μνήμη, δεν θέλει πολλά η καρδιά που φουρτουνιάζει, μέσα στην αμείλικτη μοναξιά του σπιτιού μου ακούω τη φωνή μου, σιγανή διστακτική και σχεδόν παράφωνη από τη συγκίνηση, να συνεχίζει:

«…Κατακτάμε τη ζωή μας διώχνοντας το φασισμό

πρώτη είναι η φάλαγγα η δική μας στης προόδου το στρατό».

Ξαφνικά το σπίτι μου γεμίζει κόσμο. Είναι όλοι εκεί, συνωστίζονται γύρω μου. Ολοι οι αγαπημένοι μου νεκροί: γονείς κι αδέρφια, φίλοι, συγχωριανοί, γειτόνοι, ο Χρόνης κι οι Λαμπράκηδες, όλοι. Ολοι στοιχισμένοι στης «προόδου το στρατό».

Σαν ορφανά κι ανεκπλήρωτα όνειρα, μια τεράστια πορεία που η αρχή και το μέλλον της χάνονται μέσα σε πυκνή ομίχλη. Γενιές ταγμένες στην υπεράσπιση του ονείρου της κοινωνικής δικαιοσύνης που διαρκώς μετατοπίζεται, κάποτε κατακερματιζόμενο σε άπειρες παραλλαγές, κάποτε ευτελιζόμενο στα χέρια καιροσκόπων της εξουσίας. Κι ο φασισμός, πάντα εκεί υφέρπει σε όλη τη διαδρομή, ποικιλώνυμος, ποικιλότροπος.

Συλλογιέμαι πως το μόνο σίγουρο που μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιοσύνη αυτών των εραστών του ονείρου της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι εκείνη η βαθιά ηρεμία της συνείδησης που ξέρει πως έπραξε το σωστό, πως συντάχτηκε με τη σωστή μεριά και, κυρίως, πως διακινδύνευσε προσωπικά για το κοινό καλό. Αυτό ακριβώς το είδος διακινδύνευσης που εξευγενίζει τη ζωή.

Μπορεί πολλές βεβαιότητές μου να έχουν δοκιμαστεί άγρια. Μπορεί η ωριμότητα να χαρακτηρίζεται ακριβώς από αυτήν την περιστολή των βεβαιοτήτων – «έν οίδα, ότι ουδέν οίδα»! Ομως υπάρχουν ακόμα ένα δυο πράγματα που αντέχουν.

■ Πρώτον, η σκέψη πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μετρήσεις το μάκρος της σκιάς σου, το βάρος της ύπαρξής σου από αυτόν της αναμέτρησης με τις δυνάμεις εκείνες, που κάθε εποχή ματαιώνουν τη ζωή, κλέβουν τα όνειρα και ακρωτηριάζουν ό,τι καλύτερο διαθέτει ένας λαός – τα νιάτα του.

■ Κι ακόμα, αντέχει η ελπίδα για κάτι που μπορεί η βιολογική μου αντοχή να μην μου επιτρέψει να το δω. Η ελπίδα πως δεν μπορεί παρά να έρθει όπου να “ναι η γενιά που, αποτινάζοντας από πάνω της την κουρελαρία των δήθεν και του lifestyle που της κληροδότησαν 40 χρόνων ποικιλώνυμες εξουσίες και ιδεολογικές παραμορφώσεις, θα απαιτήσει να ξανασυναντηθεί με τις αλήθειες αυτού του τόπου. Τις αλήθειες που εξέθρεψαν έναν λαό με τέτοια ποίηση, τέτοιες μουσικές, τέτοια ιστορία.

Προσπάθειες υπονόμευσης

Δεν θα είναι εύκολο. Οχι μόνο επειδή όλα αυτά τα χρόνια έγιναν τεράστιες προσπάθειες από εχθρούς και «φίλους» να ακυρωθούν και να υπονομευθούν όλες οι περηφάνιες μας, αλλά και επειδή οι νέοι σήμερα ζουν σε έναν κόσμο πολύ πιο περίπλοκο και πιο επικίνδυνο από ό,τι οι προηγούμενες γενιές. Ομως πιστεύω στη ζωτική τους ορμή όπως δεν μπορώ παρά να «πιστεύω» στη δύναμη του ποταμού που ξεχειλίζει αναζητώντας τους πανάρχαιους δρόμους του. Μόνο που αυτή η δύναμη -κι εδώ έρχεται να δέσει η αρχή, το ξεκίνημα αυτού του κειμένου με τις αναμνήσεις και το τραγούδι «κατακτάμε τη ζωή μας διώχνοντας τον φασισμό» -αυτή η δύναμη πρέπει να μπολιαστεί με το ήθος, το κοινωνικό, δημοκρατικό ήθος της ΕΠΟΝ, που υπήρξε ο μύθος και το θάμπος των παιδικών μου χρόνων, και των Λαμπράκηδων, των οποίων υπήρξα κομμάτι της ψυχής και της σάρκας τους. Δεν υπήρξαν στον τόπο μας άλλες οργανώσεις νέων τόσο λίγο κομματικές τουλάχιστον όσον αφορά τις προθέσεις, τις πρωτοβουλίες και τις δραστηριότητές τους.

Τι θα “θελα, λοιπόν, να πω στους νέους στο όνομα όλων αυτών που χάθηκαν πολεμώντας τον φασισμό, ο οποίος συχνά αλλάζει πρόσωπο, παραμονεύοντας σε όλη τη διαδρομή και τις φάσεις του πολιτισμού και της ιστορίας μας;

• Να μη φοβούνται τα όνειρά τους.

• Να μην τσιγκουνεύονται την αγάπη – γιατί και η αγάπη έχει κόστος.

• Να εμπιστεύονται τη δύναμή τους, κι ακόμη να ξέρουν πως:

– Η φιλοπατρία δεν αντιστρατεύεται τον διεθνισμό, δηλαδή τη συνεργασία των λαών.

– Τον διεθνισμό τον αντιστρατεύεται η παγκοσμιοποίηση που εξαθλιώνει τους λαούς τον έναν μετά τον άλλο, προς δόξαν του κεφαλαίου και των πολυεθνικών.

– Η φιλοπατρία είναι άλλο και άλλο η πατριδοκαπηλία και ο μιλιταρισμός. Οποιος αγαπά την πατρίδα του δεν σημαίνει πως πρέπει να μισεί τις πατρίδες των άλλων ανθρώπων.

– Τέλος, πατρίδα όλων των πατρίδων είναι ο πλανήτης μας και το περιβάλλον, όπου κανένα σύνορο δεν ισχύει και όπου η ευεργεσία ή η απειλή είναι τα μόνα που ισχύουν για όλους, δικαίους και αδίκους.

Αυτά, κι ας είναι κάτι σαν ελάχιστο μνημόσυνο στη μνήμη του Χρόνη, που έφυγε πριν από δύο χρόνια, και των άλλων εραστών του ονείρου της κοινωνικής δικαιοσύνης.

http://www.efsyn.gr/arthro/allos-dromos-gia-na-perasei-i-anoixi-den-yparhei