«Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε «άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα». Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.» Χρόνης Μίσσιος

***

«Πιστεύω ότι ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη, συμπεριφορά. Η οικολογία ούτε φέρει ούτε εδραιώνει καμία εξουσία, αντίθετα την καθιστά άχρηστη. Είναι μια επανάσταση αυτογνωσίας, μια επανάσταση ανθρώπινης συνείδησης. Δεν είναι μια «πίστη» σε μια ιδεολογία αλλά μια καθημερινή πρακτική για να επανασυνδέσουμε τη λογική με τις αισθήσεις, να απελευθερώσουμε τη συμπαντική μας ιδιαιτερότητα. Να αναγνωρίσουμε τη διαφορετικότητα, την αυταξία και την αναγκαιότητα του συνόλου της ζωής… Είναι ένας δρόμος επαναπροσέγγισης του κόσμου που μας περιβάλλει, ένας δρόμος στην αναζήτηση της χαράς αντί της αγωνίας. Έχουμε ανάγκη να ξαναβρούμε την προσωπική μας αισθητική, τα προσωπικά μας μονοπάτια, του έρωτα, της αγάπης και της τρυφερότητας, το άρωμα του κόσμου και της ύπαρξής μας.” Χρόνης Μίσσιος

Ο Χρόνης Μίσσιος, συγγραφέας, αντιστασιακός, αγωνιστής της Aριστεράς και ίσως ο πρώτος ακτιβιστής στην Ελλάδα υπέρ της ολιστικής οικολογικής φιλοσοφίας, γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930, από γονείς καπνεργάτες, και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, η οικογένειά του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη και ο Μίσσιος δουλεύει μικροπωλητής, με κασελάκι, στο λιμάνι. Το σχολείο το σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού, λόγω οικονομικής ανέχειας. Λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν την πείνα της Κατοχής. Εντάσσεται στην Εθνική Αντίσταση. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και οργανώνεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε τον θάνατο χάρη σ’ένα τυχαίο γεγονός. Φυλακίζεται ως το 1953 και από το 1962 ζει εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Ένα μόνο “διάλειμμα” ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρίσκει στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Στη φυλακή (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού) πέρασε και το μεγαλύτερο διάστημα της απριλιανής δικτατορίας. Την περίοδο της καθείρξεώς του μάλιστα έμαθε ουσιαστικά ανάγνωση και γραφή. Μέχρι και τον Αύγουστο του 1973 που αποφυλακίζεται (αμνηστία του Παπαδόπουλου) περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος. Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε σε μεγάλη ηλικία. Το πρώτο του βιβλίο “Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς… (Γράμματα, 1985) τον καθιέρωσε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέα στη συνείδηση κριτικής και κοινού. Ήταν ένα αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο σε συνειρμική και λαϊκή γλώσσα που εντάσσεται στην παράδοση της απομνημονευματογραφίας[2], καθιερώθηκε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέας στη συνείδηση κριτικής και κοινού. Μετέτρεψε την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τόσο τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του όσο και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους. Η αμεσότητα του προφορικού του λόγου, που προδίδει μια γνήσια λαϊκή αφήγηση, όπως και η γεμάτη εκπλήξεις πλοκή του, θα επιτρέψουν στον Μίσσιο να υπερβεί το στενό πλαίσιο του αριστερού απομνημονεύματος και να φιλοτεχνήσει μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία με έντονα πολιτικό λόγο. Την ίδια ανταπόκριση βρήκε και το δεύτερο βιβλίο του “Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;” (Γράμματα, 1988). Στα επόμενα βιβλία του ο Μίσσιος θα διατηρήσει τη θερμότητα των αισθημάτων του, μεταδίδοντας το ανθρωπιστικό του μήνυμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο χωρίς καμία ιδεολογική διόπτρα: από το «Τα κεραμίδια στάζουν» (1991) μέχρι τα «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996) και «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001)[3]. Ο Μίσσιος υπήρξε εμπνευστής μιας λογοτεχνίας που παρά τον σκληρό κόσμο τον οποίο απεικονίζει, δεν χάνει ποτέ την αισιοδοξία και την πίστη της στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, ο οποίος είναι ικανός υπό συνθήκες ελευθερίας να ζήσει σε μια δημοκρατία που θα εγγυάται τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και την ευδαιμονία της κοινότητας.[4]. Συμετείχε σε ενέργειες προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ πραγματοποίησε και τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα την προστασία της ελληνικής πανίδας. “Κοσμοκαλόγερος”, σαν τους ήρωες ορισμένων από τα βιβλία του, ο Χρόνης Μίσσιος τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Καπανδρίτι, με την σύντροφό του Ρηνιώ και τα σκυλιά τους σε ένα αγροτόσπιτο. Άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας, στις 20 Νοεμβρίου 2012, ενώ «πάλεψε» με τον καρκίνο αρκετά χρόνια.[5] (Πηγές: ΕΚΕΒΙ, biblionet.gr, Βικιπαιδεια)

  • «Στη ζωή του Χρόνη Μίσσιου αποτυπώνεται με τον πιο εύγλωττο τρόπο ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της Αριστεράς της πατρίδα μας. Γιός καπνεργάτη, δεν μπόρεσε να τελειώσει το δημοτικό για οικονομικούς λόγους, εντάχθηκε στην Αντίσταση τα χρόνια της κατοχής, κυνηγήθηκε στην διάρκεια του εμφυλίου, ενώ φυλακίστηκε και κατά τη διάρκεια της Χούντας. Ο μοναδικός αυθεντικός λαϊκός και ανθρώπινος τρόπος γραφής του και το ανοιχτό του πνεύμα, τον έκαναν αγαπητό όχι μόνο στον κόσμο της Αριστεράς αλλά και ευρύτερα. Όσοι τον γνωρίσαμε από κοντά ή μέσα από τα βιβλία του, θα τον θυμόμαστε με συγκίνηση και θαυμασμό.»  left.gr

  1. Xρόνης Μίσσιος: H κοινωνία δείχνει να έχει πάθει εγκεφαλικό!

  2. Χρόνης Μίσσιος: Είναι επιτακτική η ανάγκη της συνεργασίας

(2009) Ο Χρόνης Μίσσιος διαβάζει Χρόνη Μίσσιο, Bond-us music [κείμενα, αφήγηση]
(2001) Ντομάτα με γεύση μπανάνας, Γράμματα
(1996) Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι, Γράμματα
(1991) Τα κεραμίδια στάζουν, Γράμματα
(1988) Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;, Γράμματα
(1985) Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, Γράμματα
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2009) Παλίμψηστο Καβάλας, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2001) Βόλος: Μια πόλη στη λογοτεχνία, Μεταίχμιο

Χρόνης Μίσσιος, Bond-us music, 2009 αφήγηση: Χρόνης Μίσσιος – μουσική σύνθεση: Βαγγέλης Μπόντας Οι συγκεκριμένες πρωτότυπες ηχογραφήσεις του Χρόνη Μίσσιου αποτελούν 17 ενότητες με τίτλους: Θέλω να σου μιλήσω για τα παλιά”, “Ήμασταν όλοι μελλοθάνατοι”, “Σαν κάναμε τους βράχους χαλίκι”, “Κάθε άνθρωπος μια ξεχωριστή ιστορία”, “Οίστρος της ζωής ο φόβος του θανάτου”, “Επιτέλους άνθρωπος”, “Η μεγαλύτερη απώλεια και μοναξιά”, “Κάθε πρωινό μια έκπληξη – κάθε νύχτα ένα μεγάλο μυστήριο”, “Η ηλιαχτίδα”, “Στην απομόνωση”, “Στο ηλιακό”, “Πώς φτώχυναν όλα”, “Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται”, “Η μοναδικότητα κάθε ανθρώπου”, “Το σύστημα του παραλόγου”, “Υποταγή της γλώσσας – υποταγή του ανθρώπου”, “Το αλάθητο μιας μαργαρίτας”.

  • Κριτικές – Παρουσιάσεις:

Γιώργος Βιδάλης, Το «άρωμα» του κόσμου, «Ελευθεροτυπία», 2.9.2009


Sabine Von Traute, Αναγνώσεις-ερμηνείες από προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, Περιοδικό «Index», τχ. 31, Μάιος 2009

Μικέλα Χαρτουλάρη, Στάση αριστερή, «Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 7.2.2009


Ντομάτα με γεύση μπανάνας

Χρόνης Μίσσιος, Γράμματα, 2001

Από την αρχή, λοιπόν, ο Μπίλη Τζο κατάλαβε ότι βρισκόταν μπροστά σε μια μεγάλη ανακάλυψη: ότι το δάκρυ της γαλάζιας πεταλούδας, σα ροζ μικρό μαργαριτάρι, που βρισκόταν σε μεγάλους σωρούς στις σκοτεινές σπηλιές της Αρκαδίας, κουβαλούσε μέσα του ισχυρότατες δυνάμεις και αντιστάσεις, όπως τη δύναμη του ίπτασθαι, του ερωτεύεσθαι, καθώς και την αντίσταση μέχρι θανάτου στη στέρηση της ερωτικής επιθυμίας. Βέβαια, αυτά τα συμπεράσματα, όπως και την ανακάλυψη του υλικού, για πρώτη φορά στην επιστημονική του καριέρα τα κράτησε για τον εαυτό του. Γιατί τον τελευταίο καιρό στην ψυχή και στο μυαλό του Μπίλη Τζο είχαν αρχίσει να γεννιούνται νέες σκέψεις και βαθιές αμφιβολίες για το επιστημονικό και «ανθρωπιστικό», όπως πίστευε μέχρι τότε, έργο του.

Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι

Χρόνης Μίσσιος, Γράμματα, 1996

Κριτικές – Παρουσιάσεις

Λένα Βλασταρά, Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι, http://www.captainbook.gr, Νοέμβριος 2010

Τα κεραμίδια στάζουν

Χρόνης Μίσσιος, Γράμματα, 1991

Τα κεραμίδια που στάζουν είναι η μόνιμη επωδός στις συζητήσεις των γυναικών του μαχαλά. Είναι όμως και ο συνδετικός κρίκος σε μια σειρά από διάπλοκες αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο, που υφαίνουν τη νοσταλγία του τότε και την απόγνωση του σήμερα, κοιτάζοντας πάντα ένα μέλλον που ίσως και να μην είναι τόσο ζοφερό. Γεμάτο τρυφερότητα, αισιοδοξία και χυμούς ζωής, το τρίτο βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου είναι ένας μονόλογος για πολλές φωνές -φωνές των ανθρώπων που, σε πείσμα των πάντων, στέκονται όρθιοι.

Χαμογέλα, ρε... τι σου ζητάνε;

Χρόνης Μίσσιος , Γράμματα, 1988

Το ξέρω πως έχουμε καιρό να τα πούμε. Όχι, δε σε ξέχασα. Πώς να ξεχάσω, μωρέ, μόνο εσύ μου απόμεινες… Αλίμονο, αν χάσουμε και τη μνήμη μας, πώς θα μπορέσουμε να ξαναονειρευτούμε;… Όχι, ούτε φοβάμαι μη μου κάνει «ψυχολογικό πορτρέτο» η ασφάλεια, άμα βρει τα χειρόγραφά μου σε καμιά έρευνα. Δεν είμαι πια στη φυλακή, κι απ’ ότι φαίνεται, θ’ αργήσουμε κάμποσο ακόμα να μπούμε… Μπα, γιατί άλλωστε η ασφάλεια ούτε παρεμπιπτόντως, που λένε, δεν ασχολείται πια με μας… […]

Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς

Χρόνης Μίσσιος, Γράμματα, 1985

«Και την ιστορία την πουτάνα έτσι τη γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές: οριζόντια, ισόπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ ‘αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων σε ένα μονάχα 24ωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία… Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακαταχτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για τη Ρηνιώ, για την Ελένη, για το μαστρο – Στέφανο… τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η ιστορία, τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση «εκατό χιλιάδες νεκροί» ή «βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια»» Χρόνης Μίσσιος, Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς…

137

Εκδόσεις Polaris Graphic Novel από το βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου

Δίχρωμο, σκληρό εξώφυλλο/ 19,5×26,5 εκ./ 188σελ./ Νοέμβριος 2013ISBN: 978-960-6829-44-4 –pdf presentation Παρουσίαση (pdf)*

1947. Mε το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η Ελλάδα τυλίγεται στο χάος του Εμφυλίου.Ο τότε δεκαεξάχρονος Χρόνης Μίσσιος συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον Δημοκρατικό Στρατό. Αποφυλακίζεται με την αμνηστία του 1973, αφού έχει περάσει 21 χρόνια σε φυλακές και εξορίες. Την περίοδο αυτή της ζωής του ο Μίσσιος τη διηγείται στο …καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, βιβλίο που δεν χρειάζεται συστάσεις, τόσο που έχει διαβαστεί από την έκδοσή του το 1985 μέχρι σήμερα. Καθηλωμένοι από τη ζωντάνια της γραφής, αλλά και από τη δύναμη των γεγονότων και των προσώπων, η Μυρτώ Ράις, ο Συλβαίν Ρικάρ και ο Ντανιέλ Καζανάβ αποφάσισαν να αποτολμήσουν τη διασκευή του βιβλίου σε εικονογραφημένο αφήγημα. Δεν κατάφερα να αλλάξω το σύστημα, όμως δεν θα επιτρέψω ούτε σε αυτό να με αλλάξει, έλεγε ο Χρόνης Μίσσιος. Τι ονομάζουμε «πράξη αντίστασης» σήμερα; Τι περιεχόμενο μπορεί να δώσει κανείς στη λέξη «στράτευση»; Ποια όπλα διαθέτει, για να εναντιωθεί σ’ ένα σύστημα που έχει καταντήσει την ελευθερία επιχείρημα μάρκετινγκ; Ποια πρότυπα να τον εμπνεύσουν μέσα σ’ αυτόν τον μετα-ιδεολογικό κόσμο, που μοιάζει να επιστρέφει στο πιο σκοτεινό του παρελθόν; Η μαρτυρία αυτή μας απαντά με τρόπο ξεκάθαρο και δυνατό. Ο Χρόνης Μίσσιος πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 2012 σε ηλικία 82 χρόνων, λίγο πριν την ολοκλήρωση αυτού του βιβλίου. Του είναι αφιερωμένο.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Βασίλης ΚαλαμάραςΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Όλγα Σελλά

Επετειακή έκδοση του βιβλίου του Χρόνη Μίσσιου «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», που κυκλοφόρησε στις 20/9/2015 από τις εκδόσεις Γράμματα. Σελίδες:  330

Η επετειακή έκδοση αυτού του βιβλίου, που έμελλε να αποδειχτεί «προφητικό», προλογίζεται από τον Γιάννη Μακριδάκη, και συνοδεύεται από κείμενα των: Μανώλη Αναγνωστάκη, Τάσου Βουρνά, Ανάστου Παπαπέτρου, Αγγελικής Κώττη, Γιώργου Σκούρτη, Άγγελου Ελεφάντη, Κώστα Μπαλάσκα, Χρήστου Γ. Λάζου, Βασίλη Ραφαηλίδη, Μιχάλη Μόσχου, Ροζέ Μιλιέξ.

Eιδήσεις, άρθρα, αναφορές:

Μια εμβληματική μορφή της Αριστεράς, άνθρωπος που έκανε σκληρή κριτική τόσο στον αριστερό χώρο και τις διασπάσεις του όσο και στην ίδια την κοινωνία. Εξορίες και φυλακές ήταν για πολλά χρόνια το «σπίτι του». Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1985 με το αυτοβιογραφικό βιβλίο «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» που «αγκαλιάστηκε» από το κοινό και την κριτική, αλλά δέχτηκε αυστηρή κριτική από τον χώρο της Αριστεράς. […]

Χρόνης Μίσσιος (12/2/12):
[…] Οι μόνοι που έσωσαν την αθωότητά τους ήταν αυτοί που σκοτώθηκαν νωρίς, πριν γίνουν εξουσία. Γιατί, σου λέω, ότι η εξουσία είναι το χειρότερο, είναι το τρομακτικότερο εφεύρημα του ανθρώπου!

Εγώ είμαι υπέρ της άμεσης δημοκρατίας, υπέρ των μικρών κοινοτήτων, και το μόνο που θα έλεγα σήμερα που η χώρα μας περνάει κρίση, θα ‘τανε, «πάρτε τα βουνά, ξαναγυρίστε στα χωριά σας, ξαναγυρίστε στη γη! Ξαναεποικήστε την Ελλάδα!» […]

Για πρώτη φορά, ίσως, στην ιστορία του κόσμου, είναι τόσο επιτακτική η ανάγκη της συνεργασίας των λαών σ’ ένα παγκόσμιο κίνημα, το οποίο θα φέρει την αλλαγή […] «δεν αρκεί, απλώς, να θέλουμε μια άλλη ζωή, πρέπει να την κατακτήσουμε! […] Περισσότερα: http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/xronis-missios-h-koinonia-deixnei-na-exei-pathei-egkefaliko

Του Χρόνη

Στίχοι: Λεωνίδας
Παρουσίαση: Νίκος, Λεωνίδας, Χρήστος
Παραγωγή: Χρήστος
Ακορντεόν, Μαντολίνο: Γιάννης
Κιθάρα: Νίκος
Μπάσο: Στέλιος
Artwork: Γιάννης Οικονομάκης
Έτος: 2015

Ηχογράφηση, μίξη και master από τον Los Angelos (DJ Stigma) στο GroundZero Sound & Design

 

missios_xronis
Γιάννης Μακριδάκης

““… στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο περιβάλλοντα:

Το ένα είναι το φυσικό περιβάλλον και το άλλο είναι το κοινωνικό περιβάλλον, το ανθρώπινο περιβάλλον.

Το πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός, ότι το ανθρώπινο περιβάλλον είναι οργανωμένο κατά τέτοιο τρόπο και δρα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε καταστρέφει το φυσικό περιβάλλον. Συνεπώς για να διατυπώσουμε ένα οικολογικό αίτημα, που θα σημαίνει την σωτηρία του πλανήτη και συνεπώς της ζωής πάνω σε αυτόν, πρέπει να προσπαθήσουμε να δούμε πως θα ανατρέψουμε τις πρακτικές που οδηγούν στην καταστροφή του και πως θα οδηγηθούμε σ’ έναν βαθύτερο κοινωνικό μετασχηματισμό, ο οποίος θα αποκαταστήσει τη φυσική σχέση του ανθρώπου με τη φύση”

[Συνέντευξη του Χρόνη Μίσσιου στην Κρυσταλία Πατούλη και το Tvxs.gr – 20 Νοεμβρίου 2012, στα πλαίσια της Έρευνας για την Κρίση (2010-2014), Εκδ. Κέδρος]

“Σήμερα ειλικρινά δεν ξέρω αν υπάρχει Αριστερά. Αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι Αριστερά δεν παράγει τίποτα, ούτε καν πολιτικό πολιτισμό».
Πιστεύω ότι ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη και συμπεριφορά”

[Συνέντευξη του Χρόνη Μίσσιου στον Άρη Παπασταθη για την εφημερίδα το Βήμα, 20 Ιουνίου 2010]

Δεν ήταν ούτε ο πολυτάραχος βίος του αγωνιστή, ούτε το πεζογραφικό του έργο αλλά αυτές οι φράσεις του Χρόνη Μίσιου (οι οποίες με τσίγκλισαν από τότε που τις πρωτοδιάβασα λόγω του ότι περιέγραφαν επακριβώς τα όσα είχα σκεφτεί και νιώσει κι εγώ για τη  ζωή και την πολιτική), που με έκαναν να δεχτώ το βαρύ φορτίο το οποίο μου εμπιστεύτηκε η Ρηνιώ με την τιμητική της πρόταση να γράψω ένα  σημείωμα για την παρούσα επετειακή έκδοση.

Η σκέψη και η φιλοσοφία που ανέπτυξε ο Χρόνης κατά την τελευταία περίοδο του βίου του, η ολιστική ματιά και προσέγγιση στο οικοσύστημα σε συνάρτηση με τον διαρκή αλλά πλέον σημαντικό στις μέρες μας πολιτικό προβληματισμό περί της υπόστασης και του ρόλου της αριστεράς στην καταναλωτική – καπιταλιστική εποχή  είναι κατά τη γνώμη μου η παρακαταθήκη που μας άφησε αναχωρώντας από τη ζωή.

Έχοντας λοιπόν απόλυτη σχέση με τη γη ο Μίσσιος μπόρεσε να διακρίνει και να έρθει σε επαφή με τη ρίζα όλων των σύγχρονων προβλημάτων της ανθρωπότητας, η οποία είναι η φαινομενική μεν έξοδος και απομάκρυνση του σύγχρονου ανθρώπου από το Οικοσύστημα, με ουσιαστική όμως την αποξένωσή του από Αυτό ένεκα της εισόδου του και του εγκλεισμού του, ολοένα και πιο “αεροστεγώς”, στο Χρηματοοικονομικό σύστημα.

Φαινομενική η έξοδος διότι ο άνθρωπος ως φυσικό ον ορίζεται και διέπεται από τους Νόμους και τους Ρυθμούς του Οικοσυστήματος, δηλαδή του μοναδικού αληθινού και τέλειου, ως αυθύπαρκτου, συστήματος, τους οποίους Νόμους και Ρυθμούς εξ ορισμού του ο άνθρωπος όπως και κάθε φυσικό ον δεν είναι φυσικά ικανός ούτε να παραβεί ούτε να παραβιάσει άρα δεν είναι δυνατόν ποτέ να απομακρυνθεί και να ανεξαρτητοποιηθεί από το Αυτό. Παρ’ όλα αυτά ο σύγχρονος άνθρωπος – καταναλωτής έχει στερήσει από τον εαυτό του την άμεση και καθημερινή επαφή με τη φύση και “ζει” πλέον σαν να μην είναι πλάσμα φυσικό αλλά ως ένας μηχανικός, άλλοτε και ψηφιακός, απομυζητής του Οικοσυστήματος. Αυτοπεριορισμένος σε περιβάλλοντα  αφύσικα, ενός συστήματος επινοημένου από τον ίδιον, άρα ατελούς και πλάνου, έχει στόχο “ζωής” μιαν αέναη ανύπαρκτη ανάπτυξη, με εργαλείο τη συνεχή κυκλοφορία του χρήματος, το οποίο έχει ορίσει ως πλούτο, εξ ου και η βάση της πλάνης του.

Ζει λοιπόν πλέον ο σύγχρονος άνθρωπος μέσα σε ένα μικρό υποσύνολο του γενικού συνόλου, το οποίον όμως θεωρεί, πλανεμένος ων, ως το Όλον και αυτό έχει αποτέλεσμα αφενός να μη γνωρίζει πια και να μη μπορεί να αντιληφθεί τις αξίες τις πραγματικές, άρα ούτε τις συνέπειες επ’ αυτών της κάθε μικρής και μεγάλης καθημερινής του πράξης, αφετέρου δε να έχει μεταβεί σε ένα δικής του έμπνευσης αντεστραμμένο αξιακό σύστημα με βάση το οποίο πορεύεται εκβιάζοντας συνεχώς τους φυσικούς ρυθμούς και νόμους, καταναλώνοντας εντατικά τους πόρους του πλανήτη και επιζητώντας μιαν ανάπτυξη ανυπόστατη, ως ορισμένη πέραν της μοναδικής υφιστάμενης, που δεν είναι άλλη από την αργή φυσική ανάπτυξη, μετατρέποντας συνεπώς την ύπαρξή του επί της γης σε Ύβρη και τις πράξεις του σε δαμόκλειες σπάθες , οι οποίες μέσα από τις χαοτικές διαδικασίες των δυνάμεων και των δυναμικών που συνθέτουν το Οικοσύστημα, επιστρέφουν στο μέλλον πολλαπλάσιες και καταπίπτουν επί της ίδιας της κεφαλής αυτού.

Έτσι, καταναλώνοντας άκριτα και ρυπαίνοντας ταυτοχρόνως αδιάκριτα το φυσικό περιβάλλον, το καθιστά ο σύγχρονος άνθρωπος – καταναλωτής ολοένα φτωχότερο και πιο υποβαθμισμένο αφού από τη μια απομυζεί καθημερινά δίχως να τον  αναπληρώνει στο παραμικρό, τον μοναδικό πραγματικό του πλούτο, δηλαδή τους καρπούς (κυριολεκτικά και μεταφορικά) των πλασμάτων και τους φυσικούς πόρους, τους οποίους διεκδικεί μοναχά για τον εαυτό του, και από αρχέγονα αγαθά κοινοκτημοσύνης όλων των πλασμάτων τους εκχυδαϊζει καθιστώντας αυτούς αγοραία εμπορεύματα, από την άλλη δε, με την πρακτική του αυτή εξαφανίζει δια παντός και με ρυθμούς εντατικούς τα άλλα έμβια είδη, με αποτέλεσμα να οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια προς τον ευτελισμό της ίδιας του ζωής και του Είναι του, τον τελικό κανιβαλισμό και την αυτοκαταστροφή.

Μόνον ένας άνθρωπος που μπορεί να αφουγκράζεται αληθινά τη γη, ένας άνθρωπος που έχει νιώσει τη φυσική του υπόσταση, τη θέση και τον ρόλο του ανάμεσα στα άλλα πλάσματα και τους φυσικούς πόρους, ένας άνθρωπος που έχει κατακτήσει την ωριμότητα, έχει κατανοήσει και νιώσει δηλαδή τη ματαιότητα της εκβίασης των ρυθμών της φυσικής ανάπτυξης, έχει βάλει δε στόχο ζωής να μην αλλοτριωθεί από το σύστημα, να μην το αποδεχτεί και εγκλωβιστεί εντός του αλλά να αντισταθεί αγωνιζόμενος καθημερινά για τις πραγματικές αξίες και να συμβάλλει έτσι με την προσωπική του στάση ζωής στην αλλαγή πορείας της ανθρωπότητας, την οποίαν αντιλαμβάνεται φυσικά ως ενιαίο σύνολο στη διάρκεια των αιώνων και συναισθάνεται ότι την εκπροσωπεί και έχει απόλυτη την Ευθύνη των πράξεών της κατά τα λιγοστά, σε σχέση με την ιστορία της και τον ιστορικό χρόνο, έτη του δικού του βίου, μόνον ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να ξεφύγει από τον ανθρωποκεντρισμό που μετατράπηκε πρόσφατα σε ατομοκεντρισμό, να αποδεσμευτεί από τα στενά όρια της πλάνης του, να αποκτήσει ματιά ολιστική και να παράξει φιλοσοφία οικουμενική κάνοντας ταυτόχρονα, με συνέπεια, καθημερινή πράξη τον λόγο του.

Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν προφανώς ο Χρόνης Μίσσιος. Γι’ αυτό και δεν δελεάστηκε ποτέ από τις δήθεν αξίες και αξιώματα, δεν “εξαργύρωσε” με θέσεις εξουσίας τους αγώνες του, παρά στάθηκε μέχρι το τέλος του κριτικός απέναντί τους και απέναντι στους φορείς, τους εκφραστές αλλά και τους εν δυνάμει εκφραστές αυτών. Γι’ αυτό και δεν ικανοποιήθηκε ποτέ από την Αριστερά, ιδίως αυτή τη σύγχρονη, την αριστερά της καταναλωτικής εποχής, η οποία φαίνεται να μη μπορεί ακόμη, αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια, να επανακαθορίσει την ταυτότητά της και τον ρόλο της στη “νέα” τάξη πραγμάτων και έτσι πορεύεται κακήν κακώς, από τη μια προσκολημμένη σε ανεπαρκή για την εποχή μας προτάγματα και απ’ την άλλη μη διαφέροντας ουσιαστικά από τον νεοφιλελευθερισμό παρά μόνον στο ότι θέτει την (με συστημικά κριτήρια κι αυτή) “ευημερία” των Λαών, έναντι των Αγορών, ως στόχο και ως κίνητρο για τη συνέχιση της ίδιας επιθετικής πολιτικής έναντι της φύσης έως την πλήρη απομύζηση του Οικοσυστήματος.

Ο Μίσσιος ως αγωνιστής της αριστεράς αλλά κυρίως ως άνθρωπος με συναισθηματική νοημοσύνη και πλήρη συναίσθηση της προσωπικής Ευθύνης για την πορεία του κόσμου κατάφερε να φθάσει στο απώτατο σημείο στοχασμού, να δει καθαρά και να υποστηρίξει με τον δικό του τρόπο και λόγο ότι η πλήρης και ολιστική στροφή του ανθρώπου στη φύση είναι η μόνη πολιτική που ενέχει και γεννά ελπίδα για τη συνέχιση της ύπαρξής του επί της γης αλλά και της ζωής στον πλανήτη.

Η σύγχρονη αριστερά οφείλει να μπολιαστεί από τις ιδέες και την παρακαταθήκη που άφησε ο Χρόνης Μίσσιος, να ξεφύγει από το παρελθόν και τις αγκυλώσεις της, να εκσυγχρονιστεί και να αγκαλιάσει τα κινήματα που θέτουν ως πρόταγμα την αλλαγή της θεώρησης, της στάσης ζωής και την επανάστηση του αξιακού μας συστήματος, να μετατραπεί έτσι σε Οικουμενική Αριστερά για να  εκτρέψει την κοινωνία από την Ύβρη και να την οδηγήσει στην μετακαταναλωτική εποχή του σεβασμού της ζωής “απ’ όπου κι αν προέρχεται”. Οφείλει να το πράξει στη μνήμη του Χρόνη Μίσσιου και όλων των ανθρώπων που έφυγαν από τη ζωή πιστοί στις αξίες της μέχρι την τελευταία στιγμή τους, αλλά και όλων των πλασμάτων που αφανίστηκαν πέφτοντας θύματα της καταναλωτικής ματαιότητας του σύγχρονου αθρώπου, βεβαίως και για όλα τα έμβια πλάσματα που ζουν στο παρόν αλλά και για αυτά που θα ακολουθήσουν.

Προλογικό σημείωμα του Γιάννη Μακριδάκη στην επετειακή έκδοση του βιβλίου του Χρόνη Μίσσιου «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», που κυκλοφόρησε στις 20/9/2015 από τις εκδόσεις Γράμματα

Η επετειακή έκδοση αυτού του βιβλίου, που έμελλε να αποδειχτεί «προφητικό», συνοδεύεται από κείμενα των: Μανώλη Αναγνωστάκη, Τάσου Βουρνά, Ανάστου Παπαπέτρου, Αγγελικής Κώττη, Γιώργου Σκούρτη, Άγγελου Ελεφάντη, Κώστα Μπαλάσκα, Χρήστου Γ. Λάζου, Βασίλη Ραφαηλίδη, Μιχάλη Μόσχου, Ροζέ Μιλιέξ.
Σελίδες:  330